Να πετάς
Το θυμάσαι το σπίτι στο Πήλιο?
Αυτό που βλέπαμε την απέραντη θάλασσα.
Και μετά πετούσαμε χέρι-χέρι πάνω απ’όλες τις θάλασσες.
Δεν τα πρόλαβα τα δελφίνια σου καλή μου.
Ίσως φύγαν πριν προλάβω να στρέψω τη ματιά μου.
Αλλά είμαι σίγουρος ότι ήταν πανέμορφα.
Γιατί γελούσες και χαιρόσουν σαν παιδί.
Σα να ήσουν κι εσύ μαζί τους και γινόσουν ένα με τη θάλασσα και τον ήλιο.
Κι ένοιωθα ότι όλα είναι έτσι όπως πρέπει να είναι.
Ίσως όμως, τότε σε έχασα. Δεν ήσουν αέρας. Έπρεπε να το ξέρω.
Το σπίτι δεν υπάρχει πια. Χάθηκα και δεν το βρήκα.
Όσο κι αν έψαξα, δεν το βρήκα. Και πήγα πολλές φορές…
Όχι, υπήρξε το σπίτι. Μη μου λες ότι δεν υπήρξε.
Είχα πάει πολλές φορές.
Το κοιτούσα και σε θυμόμουν.
Σ’έβλεπα μέσα να τραγουδάς και να χορεύεις.
Κι ήσουν ευτυχισμένη.
Μη μου λες ότι δεν υπήρξε.
Θα γίνουν όλα κουβάρι γαμώτο.
Υπήρξε. Κι άσε με να ησυχάσω.
Ακόμα σε θυμάμαι μέσα σε χίλια κεριά.
Όπως τότε που μου’πες ότι θες να ακουμπήσεις τον ουρανό.
Να πετάς. Να πετάς.
Κι ας φαίνομαι μικρός από κει.

apo ta pio omorfa keimena pou exo diavasei pote mou.
sxedon dakrusa :S
Γράφεις υπέροχα…Πραγματικά…
Αν μπορούσαμε να δούμε την αχνή αναπνοή
αυτών που καθόντουσαν εδώ
πριν από εκατό χρόνια
καλυμμένη από την ομίχλη και την τελευταία τραγωδία
ή εκείνους εκατό χρόνια πριν από αυτούς
να γελούν και να είναι μεθυσμένοι
δίχως να υποψιάζονται τον θάνατο που τους περιμένει στην γωνία
θα παραμέναμε τόσο ανόητοι
ώστε να λογομαχούμε πάνω από ασήμαντα χαρτιά
και γνώμες που δεν είναι δικιές μας;
αν μπορούσαμε να δούμε τα δάκρυα του άντρα
ο οποίος πριν από χίλια χρόνια
παρακολούθησε αβοήθητος την οικογένεια του να σφάζεται
για λεφτά
για ευχαρίστηση
αν μπορούσαμε να νιώσουμε την παγωμένη αστραπή να σκίζει την καρδιά του
αν μπορούσαμε να δούμε τα άδεια μάτια
του παιδιού της διπλανής πόρτας
σήμερα
το οποίο είναι νεκρό αν και ζει
αν μπορούσαμε να δούμε τους τρόμους
που θα φέρει με ένα χαμόγελο
θα παραμέναμε
τόσο γοητευμένοι με τα μικροπράγματα μας;
Θα λέγαμε ακόμα, “Τα πράγματα θα είναι καλύτερα αύριο”
όταν ποτέ δεν είναι;
Αν μπορούσαμε να δούμε τον μικροσκοπικό κόσμο
τον οποίο αποκαλούμε σπίτι μας
ως την φλεγόμενη σφαίρα του πόνου που είναι
ίσως
τα δάκρυα μας, μειώσουν την θέρμη
και δροσίσουν τον πυρετό
της εξασθενιμένης μας αγάπης.
Αλλά δεν βλέπουμε
Τυφλά περιπλανώμαστε σε αυτούς τους δρόμους
σαν να ήμασταν οι μόνοι εδώ
κυνηγώντας τις μικρές μας απολαύσεις
παραπονούμενοι για τους μικρούς μας πόνους
κάτω από το θλιβερό βλέμμα
των πεθαμένων.
Ο έρωτας δημιουργεί μορφή θανάτου.
Πεθαίνεις και ξαναγεννιέσαι μέσα σε ένα κύκλο που απλά είναι η ουσία του να ζεις.
Μ’αυτήν την έννοια, τι μπορεί να είναι ο έρωτας παρά το απόλυτο πάθος για ζωή και το να ρουφάς κάθε αναπνοή με απόλυτη επίγνωση για τη ζωή?
Υπήρχε το σπίτι. Υπήρχε από πάντα και για πάντα θα υπάρχει.
Πήρες λάθος στροφή στον χρόνο και χάθηκες.
Εδώ είναι το σπίτι και σε περιμένει, η αιώνια δική σου Βάλινορ.
Περιμένει να ξαναβρείς το σωστό δρόμο για να επιστρέψεις.
Δεν είναι δύσκολο, αρκεί να πάρεις το σωστό καράβι…
πολὺ ὡραῖο!